Οι κληρονόμοι της δικτατορίας της Α. Γερμανίας στην κυβέρνηση;

Οι κληρονόμοι της δικτατορίας της Α. Γερμανίας στην κυβέρνηση;

Για τα περισσότερα από τα 31 χρόνια από την επανένωση της Γερμανίας, έμοιαζε αδιανόητη: πρόκειται για την προοπτική οι κληρονόμοι της κομμουνιστικής δικτατορίας της Ανατολικής Γερμανίας να επέστρεφαν στη διακυβέρνηση της χώρας ως μέρος ενός κυβερνητικού συνασπισμού.

Μετά, ωστόσο, από μια εκπληκτική στροφή στις δημοσκοπήσεις αυτό το καλοκαίρι, μια αριστερή “κοκκινο-πρασινο-κόκκινη” κυβερνητική συμμαχία φαντάζει ξαφνικά το δεύτερο πιθανότερο σενάριο μετά τις ομοσπονδιακές βουλευτικές εκλογές στις 26 Σεπτεμβρίου.

Θα πω περισσότερα για το πρώτο πιο πιθανό αποτέλεσμα στο τέλος. Επιθυμώ ωστόσο να καταλάβετε πρώτα γιατί αυτός ο συνδυασμός χρωμάτων δεν πρέπει ποτέ να γίνει πραγματικότητα.

Το πρώτο κόκκινο στην τριάδα αντιπροσωπεύει τους Σοσιαλδημοκράτες. Με ιδρυτική πράξη πριν από 158 χρόνια, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) είναι το παλαιότερο πολιτικό κόμμα στη χώρα και μέχρι πρόσφατα, όπως και τα κεντροαριστερά ξαδέλφια του σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θεωρούνταν πολιτικά “εξαντλημένο” και σε αποδρομή.

Στη συνέχεια, το SPD όρισε τον Όλαφ Σολτς, νυν αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, ως υποψήφιο για να διαδεχθεί την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ στην ηγεσία της κυβέρνησης.

Πολιτικά “ξηρός” και χωρίς έμπνευση, ο Σολτς παρ’ όλα αυτά απέφυγε τα λάθη, την ίδια ώρα που οι αντίπαλοί του από τα υπόλοιπα κόμματα συνέχιζαν να κάνουν τη μία γκάφα μετά την άλλη. Μέσα στο καλοκαίρι, οι Γερμανοί αποφάσισαν ότι ο Σολτς ήταν η λιγότερο κακή επιλογή.

Οι “Συμμαχία 90/Οι Πράσινοι” (Bündnis 90/Die Grünen), δεύτεροι στην κοκκινο-πρασινο-κόκκινη παλέτα, ιδρύθηκαν το 1980 και προέρχονται από τα κινήματα εναλλακτικής κουλτούρας και κατά των πυρηνικών της δεκαετίας του 1970.

Σήμερα πια, ωστόσο, η ιδρυτική γενιά των μακρυμάλληδων και χίπιδων έχει προ πολλού δώσει τη θέση της σε σικ κοσμοπολίτες όπως η υποψήφια καγκελάριος Αναλένα Μπέρμποκ. Από την τελευταία λείπει ωστόσο η κυβερνητική εμπειρία, ενώ σπατάλησε άσκοπα την πολύ θετική έναρξη της εκστρατείας της.

Και μετά, υπάρχει η δεύτερη και πιο σκούρα απόχρωση του κόκκινου. Αντιπροσωπεύει το κόμμα “Η Αριστερά” (Die Linke), το οποίο έλκει την καταγωγή του σε μεγάλο βαθμό από το κομμουνιστικό καθεστώς που κυβερνούσε στην Ανατολική Γερμανία. Το κόμμα αυτό, στη σημερινή μορφή του, παραμένει αντικαπιταλιστικό, αντιαμερικανικό, αντινατοϊκό και φιλορωσικό.

Μαζί με την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), τη λαϊκιστική ομόλογό της στην ακροδεξιά, η Αριστερά αντιπροσωπεύει την πτέρυγα των “τρωγλοδυτών” στη γερμανική πολιτική σκηνή.

Ξαφνικά, μια εντελώς αριστερόστροφη κυβέρνηση στη Γερμανία μοιάζει εφικτή

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των τριών δυνάμεων, αλλά και μεγάλες επικαλύψεις, πάνω απ’ όλα μια γενική οσμή κρατισμού και πατερναλισμού και μια αντίστοιχη περιφρόνηση για τον ατομικισμό και την ελευθερία.

Τούτου λεχθέντος, δεν είναι όλες οι ιδέες τους λανθασμένες – ορισμένες μάλιστα υπερισχύουν των αντίστοιχων των συντηρητικών και φιλελεύθερων που τους αντιτίθενται. Επιτρέψτε μου να κάνω τον “λογαριασμό”.

Πού η αριστερά έχει εύλογα επιχειρήματα

Τα τρία αριστερά κόμματα πολύ λογικά θέλουν να αμβλύνουν ή ακόμη και να καταργήσουν το “φρένο χρέους” της Γερμανίας, μια συνταγματική τροποποίηση που από το 2009 καθιστά τον δανεισμό σε επίπεδο ομοσπονδιακού κράτους σχεδόν παράνομο σε κανονικές εποχές, περιορίζοντας έτσι τις δημόσιες επενδύσεις. Λόγω της πανδημίας, ο νόμος έχει ανασταλεί, ωστόσο οι συντηρητικοί θέλουν την επιστροφή σε αυτόν το συντομότερο δυνατό.

Σε μια εποχή που η κυβέρνηση μπορεί να δανειστεί με αμελητέα ή και αρνητικά επιτόκια και πρέπει να αναθερμάνει την οικονομία, οι αριστεροί έχουν ισχυρότατα επιχειρήματα ως προς αυτό το σημείο.

Και σε άλλες εμβληματικές πολιτικές της προτάσεις, η αριστερά είναι τουλάχιστον μη λάθος. Μία από αυτές είναι ο κατώτατος μισθός.

Η Γερμανία τον εισήγαγε μόλις το 2015, εν μέσω προειδοποιήσεων από πολλούς συντηρητικούς που προέβλεπαν, παρά τα αντίθετα πορίσματα των ακαδημαϊκών ερευνών, ότι θα προκαλούσε μαζική ανεργία.

Αυτό δεν έχει συμβεί. Η ελάχιστη αμοιβή είναι σήμερα 9,60 ευρώ (11,34 δολάρια) την ώρα, με το SPD και τους Πράσινους να θέλουν να την αυξήσουν στα 12 ευρώ και το Die Linke στα 13.

Πράγματι, αν το παρακάνουν, μια υπερβολική αύξηση θα αρχίσει να πετάει κόσμο έξω από δουλειές, ωστόσο οι κοκκινοπρασινοκόκκινοι έχουν αρκετό χώρο να κινηθούν σε αυτό το πεδίο.

Θα μπορούσα επίσης να βρω ορισμένα καλά λόγια για μερικές άλλες αριστερόστροφες βλέψεις, όπως ο μακρόπνοος στόχος της συγχώνευσης των ιδιωτικών και δημόσιων συστημάτων υγειονομικής ασφάλισης της Γερμανίας.

Υπάρχουν όμως μεγαλύτερα προβλήματα. Είναι η συνολική κοσμοθεωρία και κυβερνητική φιλοσοφία της αριστεράς που θα μπορούσε να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στη Γερμανία, την Ευρώπη και τον κόσμο.

Πού η αριστερά κάνει μεγάλο λάθος

Αν ο H.L. Mencken όριζε τον πουριτανισμό ως “τον στοιχειώδη φόβο ότι κάποιος, κάπου, μπορεί να είναι ευτυχισμένος”, ο γερμανικός “αριστερισμός” είναι ο φόβος ότι κάποιος, κάπου, μπορεί να διαθέτει χρήματα.

Μπορείτε να το ακούσετε στην καμπάνια: ειδικά από τους πολιτικούς του Die Linke, αλλά και από εκείνους του SPD και των Πράσινων. Λες και η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι η κλιματική αλλαγή, η ψηφιακή διαταραχή, η Κίνα ή η Ρωσία, αλλά η αφόρητη ύπαρξη ευημερίας, όπως κι αν αυτή κερδίζεται.

Το τελευταίο εμφανίζεται πιο εμβληματικά στη φορολογική πολιτική. Στο πιο μετριοπαθές της τμήμα – όπως ενσαρκώνεται κατά βάση από τον Σολτς – μια αριστερή τάση μεταρρύθμισης ακούγεται λογική.

Θα φορολογούσε λιγότερο τους ανθρώπους στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κλίμακας, θα απλούστευε τις επιστροφές για όσους βρίσκονται στη μέση της και στη συνέχεια θα ανέβαζε ελαφρώς τους συντελεστές – ήδη αρκετά προοδευτικοί στη Γερμανία – για εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή. Όλα αυτά αξίζουν υποστήριξης.

Όμως, τα στελέχη που βρίσκονται ακριβώς πίσω από τους μετριοπαθείς παλεύουν για κάτι διαφορετικό – και περιλαμβάνουν “παίκτες” με εξουσία, όπως οι Σάσκια Έσκεν και Νόρμπερτ Βάλτερ-Μπόργιανς, δηλαδή τους δύο ηγέτες του SPD (σ.μ. ο Σολτς, παρότι υποψήφιος καγκελάριος, δεν είναι αρχηγός του κόμματος).

Θέλουν συγκεκριμένα να επαναφέρουν έναν φόρο περιουσίας που είχε καταργηθεί τη δεκαετία του 1990, επειδή το ανώτατο δικαστήριο της Γερμανίας τον έκρινε αντισυνταγματικό.

Ακόμα κι αν μια μικρή μειοψηφία θα έπρεπε πράγματι να πληρώνει έναν τέτοιο φόρο, πολλοί Γερμανοί θα πνίγονταν κάθε χρόνο στο χαρτοβασίλειο που θα απαιτείτο για την εκτίμηση των περιουσιακών τους στοιχείων.

Δεδομένου ότι ένα τεράστιο μερίδιο του γερμανικού πλούτου παίρνει τη μορφή ιδιόκτητων οικογενειακών επιχειρήσεων, ορισμένοι ιδιοκτήτες θα έπρεπε ακόμη και να πουλήσουν τμήματα των επιχειρήσεων τους για να πληρώσουν τον φόρο, στην ουσία αποεπενδύοντας και “σκοτώνοντας” θέσεις εργασίας.

Εάν, ωστόσο, η κυβέρνηση εξαιρούσε ορισμένα είδη πλούτου, θα αντιμετώπιζε τα ίδια συνταγματικά προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν τη δεκαετία του 1990.

Συνολικά, ένας φόρος περιουσίας θα απέδιδε ελάχιστα παραπάνω από το κόστος διαχείρισης όλης της διαδικασίας επιβολής και καταβολής του, στέλνοντας παράλληλα ένα καταστροφικό μήνυμα στους επενδυτές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Γιατί κάποιος σαν τον Έλον Μασκ, που είναι ήδη απογοητευμένος με τη γραφειοκρατία της Γερμανίας, να αποφάσιζε να κατασκευάσει ακόμη ένα εργοστάσιο Tesla στη χώρα, αν οι ταλαντούχοι άνθρωποι που πρέπει να προσλάβει από όλο τον κόσμο θα είχαν να αντιμετωπίσουν επαχθείς γραφειοκρατικές απαιτήσεις και φορολογικές δηλώσεις;

Σκεφτείτε ακόμη επιχειρηματίες όπως ο Ουγκούρ Σαχίν και η Οζλέμ Τουρέτσι. Γερμανοί που γεννήθηκαν από Τούρκους μετανάστες γονείς, καθώς και σύζυγοι, ίδρυσαν το BioNTech για να πρωτοπορήσουν στην τεχνολογία mRNA που τροφοδοτεί τώρα τον πλανήτη με εμβόλια κατά της Covid-19 και θα μπορούσε κάποτε να νικήσει τον καρκίνο.

Τον περασμένο χρόνο, έσωσαν αμέτρητες ζωές σε όλο τον κόσμο και πιθανότατα έδωσαν το έναυσμα για μια αναγέννηση της καινοτομίας στη Γερμανία. Είναι παραδείγματα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Είναι ήρωες.

Η ξαφνική και απροσδόκητη επιτυχία τούς έκανε επίσης εξαιρετικά πλούσιους στα χαρτιά. Δεν ήταν ωστόσο πάντα πλούσιοι. Για δεκαετίες, εργάζονταν υπομονετικά στα εργαστήριά τους, παλεύοντας να συγκεντρώσουν το κεφάλαιο που χρειάζονταν για να επιτύχουν τις ανακαλύψεις τους.

Σε μια αποκαλυπτική στιγμή πριν λίγες ημέρες, ένας Γερμανός παρουσιαστής τηλεοπτικής εκπομπής ρώτησε την Τζανίν Βίσλερ, ηγέτιδα της “Αριστεράς”, γιατί θέλει να μειώσει τα πλούτη του Σαχίν και της Τουρέτσι.

Η Βίσλερ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Αυτό το πραγματικό παράδειγμα δεν ταίριαζε με την μαρξιστική κοσμοθεωρία της για τους πλούσιους ως εκμεταλλευτικές “παχιές γάτες”. Πανικοβλημένη, γύρισε τη συζήτηση στα θέματα που είχε προετοιμάσει.

Το SPD και οι Πράσινοι είναι λιγότερο ακραίοι, ωστόσο όλα τα αριστερά κόμματα αποτυγχάνουν στην κατανόηση της επιχειρηματικής ανάληψης ρίσκου, του χαρακτήρα και του θάρρους που απαιτούνται, καθώς επίσης και του τρόπο με τον οποίο τα venture capitals, η καινοτομία και η ανταμοιβή συναρθρώνονται. Αυτές οι στάσεις τους εξηγούν γιατί η Γερμανία είναι ουραγός στην ψηφιακή καινοτομία μεταξύ των οικονομιών της G7 εκτός από την Ιαπωνία και η χειρότερη στην Ευρώπη μετά την Αλβανία.

Τα ίδια ισχύουν και για όλους τους υπόλοιπους τομείς της οικονομικής πολιτικής. Σε πολλές γερμανικές μητροπόλεις, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί, επειδή περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να μετακομίσουν εκεί, ωστόσο η γραφειοκρατία – που συχνά αποτελεί δημιούργημα αριστερών κομμάτων – έχει επιβραδύνει την παροχή νέων κατοικιών.

Έτσι, η κοκκινο-πρασινο-κόκκινη τοπική κυβέρνηση του Βερολίνου ξεκίνησε μια λαϊκιστική εκστρατεία για την επιβολή πλαφόν και τη μείωση των ενοικίων για τα περισσότερα διαμερίσματα στην πόλη. Το συνταγματικό δικαστήριο κατήργησε αυτόν τον νόμο, ωστόσο τα τρία κόμματα θέλουν τώρα να περάσουν τα πλαφόν ενοικίου σε εθνικό επίπεδο.

Το μοτίβο είναι το ίδιο: οι αριστεροί δεν αναγνωρίζουν την αύξηση των ενοικίων ως ανισορροπία της αγοράς μεταξύ ζήτησης και προσφοράς που θα πρέπει να καλυφθεί με περισσότερη προσφορά, ενθαρρυμένη από την προοπτική καλών αποδόσεων.

Αντ’ αυτού, υποθέτουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ταξικό πόλεμο μεταξύ εκμεταλλευόμενων ενοικιαστών και ιδιοκτητών-“ληστών” που πρέπει να τιμωρηθούν.

Για να παραφράσω έναν διάσημο οικονομολόγο, οι έλεγχοι ενοικίου μπορεί να αποδειχθούν η πιο αποτελεσματική τεχνική που είναι σήμερα γνωστή για την καταστροφή μιας χώρας – πλην των βομβαρδισμών.

Αυτή η αριστερή περιφρόνηση για την οικονομική θεωρία της αγοράς μπορεί επίσης να εκτροχιάσει τις πολιτικές τους ενάντια στη μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας, την κλιματική αλλαγή. Όλα τα βασικά κόμματα στη Γερμανία βλέπουν την απειλή και θέλουν να απαλλάξουν την οικονομία από τον άνθρακα.

Ωστόσο οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι θέλουν να βασίζονται κυρίως σε έναν μηχανισμό της αγοράς, συγκεκριμένα σε μια υψηλή και απότομα αυξανόμενη τιμή για τις εκπομπές αερίων που θα έστελνε μήνυμα σε κάθε παράγοντα της οικονομίας να αλλάξει συμπεριφορά, να καινοτομήσει και να ρυπαίνει λιγότερο.

Πολλοί στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, αντίθετα, δίνουν έμφαση σε άμεσες απαγορεύσεις ορισμένων δραστηριοτήτων και τεχνολογιών – για παράδειγμα, πτήσεων μικρών αποστάσεων ή κινητήρων εσωτερικής καύσης – και σε κρατικές επιδοτήσεις για άλλες.

Στην πραγματικότητα, προτείνουν κεντρικό σχεδιασμό από την πίσω πόρτα. Λαχταρούν επίσης τη δημιουργία νέων γραφειοκρατικών μηχανισμών. Μια από τις προεκλογικές ιδέες της Μπέρμποκ ήταν ένα νέο υπερ-υπουργείο με περιβαλλοντικές εξουσίες βέτο έναντι άλλων μελών του υπουργικού συμβουλίου.

Η αριστερή ιδεολογία χρωματίζει επίσης τις απόψεις των συγκεκριμένων κομμάτων για την εξωτερική και την αμυντική πολιτική, γεγονός που θα πρέπει να αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία για τους συμμάχους της Γερμανίας.

Από τον Κόνραντ Αντενάουερ, τον πρώτο μεταπολεμικό καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, οι συντηρητικοί συνδέονται με το “Westbindung”, την αγκύρωση της Γερμανίας σε μια γεωπολιτική Δύση, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ και άλλων θεσμών. Αντίθετα, τα αριστερά κόμματα διατηρούν ρίζες στον γερμανικό αντιαμερικανισμό και τον αντιμιλιταρισμό.

Όπως πάντα, το πιο ακραίο κόμμα από την άποψη αυτή είναι “Η Αριστερά”, η οποία θέλει το ΝΑΤΟ να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από ένα νεφελώδες νέο “σύστημα ασφαλείας” που περιλαμβάνει – ακούστε! – τη Ρωσία.

Αντιτίθεται σε όλες τις αποστολές Γερμανών στρατιωτών στο εξωτερικό, ανεξάρτητα από τον λόγο. Θέλει να αφαιρέσει ακόμη περισσότερα χρήματα από τον ήδη υποχρηματοδοτούμενο στρατό της Γερμανίας, στην ουσία αποστρατικοποιώντας τη χώρα.

Υπάρχουν μεγάλες διαφορές σε αυτό το θέμα μεταξύ της Αριστεράς και των δύο κεντροαριστερών κομμάτων. Οι Πράσινοι βρήκαν πρόσφατα την ηθική και γεωπολιτική πυξίδα τους και αποτίουν “φόρο τιμής” στην υπερατλαντική συμμαχία, ενώ αποκαλούν τη Ρωσία και την Κίνα στρατηγικές απειλές.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και η Μπέρμποκ δεν αποδέχεται τον δηλωμένο στόχο του ΝΑΤΟ, στον οποίο συμφώνησαν όλοι οι σύμμαχοι, ότι τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πρέπει να ξοδεύουν τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ για τους στρατούς τους.

Μια ερυθρό-πρασινο-κόκκινη κυβέρνηση της Γερμανίας θα μπορούσε επομένως να μετατραπεί σε κανονική καταστροφή – τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο και σε εκείνο της ασφάλειας της δυτικής συμμαχίας.

Για χρόνια, οι εταίροι σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική απαιτούν από τη Γερμανία να αναλάβει μεγαλύτερη διεθνή ευθύνη και ηγεσία. Κάτω από μια αριστερή κυβέρνηση, το Βερολίνο μπορεί να γίνει αντίθετα ένας αναξιόπιστος σύμμαχος.

Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει αυτόν τον συνασπισμό μια σοβαρή επιλογή; Είμαι βέβαιος ότι ο Σολτς, πιθανός νέος καγκελάριος, δεν το κάνει.

Ωστόσο δεν μπορεί να το πει αυτό και μπορεί επίσης να μην είναι σε θέση να αποτρέψει αυτό το αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των περίπλοκων διαπραγματεύσεων που θα ακολουθήσουν τις εκλογές.

Σε αντίθεση με τους υποψηφίους των Πρασίνων και των συντηρητικών για την καγκελαρία, δεν ηγείται του δικού του κόμματος. Και οι άνθρωποι που ηγούνται του SPD – οι ‘Εσκεν και Βάλτερ-Μπόργιανς – κρατούν την πόρτα ανοιχτή για την Αριστερά.

Ο καλύτερος τρόπος

Η καλύτερη επιλογή είναι ένας κεντρώος συνασπισμός μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και των φιλικών προς το επιχειρείν και την αγορά Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP).

Στη γερμανική παλέτα, αυτό κάνει το μοτίβο κοκκινο-πρασινο-κίτρινο, γι’ αυτό και ονομάζεται “συνασπισμός – φανάρι”. Η μεταφορά είναι ταιριαστή, γιατί αυτός μπορεί να αποτρέψει μερικά τρομακτικά ατυχήματα.

Οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι θα ήταν τόσο ισχυροί σε αυτόν τον συνασπισμό που θα μπορούσαν να προωθήσουν εύκολα πολλές από τις ήπια αριστερές ιδέες τους.

Η παρουσία ωστόσο των εχθρών των υψηλών φόρων, φιλοεπιχειρηματικών και ατλαντιστών Ελεύθερων Δημοκρατών στην κυβέρνηση θα απέτρεπε τις αριστερές υπερβολές που περιέγραψα παραπάνω.

Οι Σολτς, Μπέρμποκ και οι άλλοι ηγέτες της κεντροαριστεράς θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η εκπληκτική στροφή του φετινού καλοκαιριού στις δημοσκοπήσεις δεν έχει καμία σχέση με κάποια ξαφνική λαχτάρα του γερμανικού πληθυσμού να δοκιμάσει τον σοσιαλισμό.

Προέκυψε μόνον επειδή οι συντηρητικοί, εξαντλημένοι μετά από 16 χρόνια υπό τη Μέρκελ, επέλεξαν έναν αδύναμο υποψήφιο καγκελάριο.

Η Γερμανία δεν θέλει να στρίψει αριστερά. Θέλει απλώς να παραδώσει τα ηνία σε κάποιον ασφαλή, σταθερό και κατά προτίμηση βαρετό – σε κάποιον που εν ολίγοις δεν θα απέχει πολύ από τη Μέρκελ.

Αυτός φαίνεται να είναι ο Σολτς. Αν τελικά γίνει έτσι, η πρώτη του δοκιμή ως ηγέτη θα είναι να κρατήσει τους τρωγλοδύτες μακριά από τη γερμανική κυβέρνηση.

Πληροφορίες: BloombergOpinion | Πηγή: www.philenews.com | Γράφει: Andreas Kluth

Μην μαθαίνεις τα νέα από τη Γερμανία τελευταίος!

Κάνε Like στη σελίδα μας στο Facebook και ενημερώσου πρώτος για όλες τις τελευταίες εξελίξεις. Έγκαιρη, έγκυρη και ανεξάρτητη ενημέρωση. Όλες οι τελευταίες Ειδήσεις από τη Γερμανία, την Ελλάδα και τον κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.