Σαν σήμερα – Ολυμπιακοί Αγώνες 1972: Η σφαγή του Μονάχου

Σαν σήμερα – Ολυμπιακοί Αγώνες 1972: Η σφαγή του Μονάχου

Το χρονικό της δολοφονίας των 11 Ισραηλινών αθλητών και προπονητών από Παλαιστίνιους τρομοκράτες στο Μόναχο. Η εισβολή στο Ολυμπιακό Χωριό, οι όμηροι, οι διαπραγματεύσεις, η ανικανότητα της γερμανικής αστυνομίας, τα αλυσιδωτά λάθη, το μακελειό στο αεροδρόμιο, η αχαρακτήριστη ΔΟΕ, η ζωντανή τηλεοπτική εικόνα. Σαν σήμερα, πριν 49 χρόνια.

Γράφει ο Θανάσης Κρεκούκιας | www.news247.gr

Το 1972 ήταν μια πολύ ξεχωριστή χρονιά για το ολυμπιακό κίνημα. Οι Αγώνες όχι μόνο επέστρεφαν στην Ευρώπη μετά από 12 χρόνια “απουσίας” (1964 Τόκιο, 1968 Πόλη του Μεξικού), αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως θα τους φιλοξενούσε το Μόναχο της Δυτικής Γερμανίας, 36 χρόνια μετά από εκείνους του Βερολίνου, τους τελευταίους πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Υπήρχε ένας πολύ ιδιαίτερος συμβολισμός στην επιλογή της βαυαρικής πρωτεύουσας, κανείς δεν είχε ξεχάσει πως εκεί είχε ιδρυθεί επίσημα το Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP) τον Φεβρουάριο του 1920 με τον περίφημο λόγο του Αδόλφου Χίτλερ στο “Hofbräuhaus am Platzl”.

Μισό αιώνα και κάτι μετά, ολόκληρη η υφήλιος ήταν έτοιμη να αφήσει πίσω της τις ματωμένες μνήμες και ενωμένη κάτω από την ολυμπιακή σημαία, να περάσει σε μια καινούργια εποχή.

Ο συμβολισμός γινόταν ακόμα πιο ισχυρός, από τη στιγμή που το Ισραήλ είχε ανακοινώσει πως θα έστελνε τους δικούς του αθλητές στην παγκόσμια γιορτή, ξορκίζοντας έτσι, μια και καλή, τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Οι Αγώνες πρόσφεραν στους φιλάθλους όλης της γης πολλές μεγάλες αγωνιστικές στιγμές.

Από τον Αμερικανό Μαρκ Σπιτς με τα επτά χρυσά μετάλλια και τα ισάριθμα παγκόσμια ρεκόρ, μέχρι την εξωπραγματική Σοβιετική γυμνάστρια Όλγα Κόρμπουτ και τα δικά της τρία χρυσά και από το πρώτο χρυσό στην πυγμαχία του μεγάλου Κουβανού Τεόφιλο Στίβενσον, μέχρι τον απίστευτο θρίαμβο των Σοβιετικών στο μπάσκετ επί των πανίσχυρων ΗΠΑ, οι Ολυμπιακοί του Μονάχου άφησαν πίσω τους μια τεράστια αθλητική παρακαταθήκη.

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ “ΜΑΥΡΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ”

Όμως το γεγονός που τελικά σφράγισε την 20ή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν είχε καμία σχέση με τον αθλητισμό, με την αδελφοσύνη των λαών, με την παγκόσμια εκεχειρία.

Η τυφλή βία, οι ψυχρές δολοφονίες, ο άκρατος φανατισμός και το αίμα αθώων, πλήγωσαν το ολυμπιακό κίνημα και εξαφάνισαν όποια “αθωότητα” είχε απομείνει σε αυτό.

Σήμερα, 49 χρόνια μετά τη “σφαγή του Μονάχου”, το Magazine θυμάται τη θλιβερή αλυσίδα όσων συνέβησαν στις 5 Σεπτεμβρίου του 1972, οδηγώντας στην τραγική κατάληξη μιας δήθεν πολιτικής πράξης, που συγκέντρωσε όλα τα στοιχεία μιας απάνθρωπης θηριωδίας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, πηγαίνοντας στην ενδέκατη ημέρα των Αγώνων, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από τις 26 Αυγούστου.

Μόναχο, 5 Σεπτεμβρίου, 4:30 τη νύχτα, Ολυμπιακό Χωριό του Μονάχου. Ενώ οι περισσότεροι ένοικοι του χωριού κοιμόντουσαν, οκτώ οπλισμένα μέλη του “Μαύρου Σεπτέμβρη”, μικρού πυρήνα της “Φατάχ” (ένοπλης φράξιας της PLO, δηλαδή της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), σκαρφάλωσαν πάνω από τον ύψους δύο μέτρων φράχτη, μπαίνοντας έτσι στον εσωτερικό περίβολο του Ολυμπιακού Χωριού.

Στην προσπάθειά τους αυτή, τους βοήθησαν και κάποιοι “ξενύχτηδες”, προφανώς ανυποψίαστοι Καναδοί αθλητές, που επέστρεφαν στα δωμάτιά τους. Στους σάκους που κουβαλούσαν μαζί τους, οι τρομοκράτες είχαν κρύψει αυτόματα Καλάσνικοφ, πιστόλια Τοκάρεφ και χειροβομβίδες.

Αμέσως κινήθηκαν προς την οδό Connollystraße 31, εκεί όπου βρίσκονταν τα διαμερίσματα που χρησιμοποιούσε η ισραηλινή αποστολή.

Με κλεμμένα κλειδιά που είχαν προμηθευτεί, προσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα του πρώτου διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου (εκεί όπου διέμεναν οι Ισραηλινοί προπονητές και οι επίσημοι της αποστολής), όμως από τον θόρυβο που έκαναν, ξύπνησαν τον Γιόσεφ Γκούτφροϊντ, διαιτητή πάλης, ο οποίος είδε τους οπλισμένους κουκουλοφόρους να μπαίνουν μέσα στο σπίτι.

Αμέσως άρχισε να φωνάζει για να προειδοποιήσει τους υπόλοιπους συγκάτοικους, ενώ ταυτόχρονα, πέταξε κατά πάνω τους ένα δισκόβαρο 135 κιλών, για να καθυστερήσει την εισβολή τους.

Πράγματι, ο προπονητής της άρσης βαρών, Τούβια Σοκολόβσκι, πρόλαβε να σπάσει ένα παράθυρο και να διαφύγει, όμως ο Μοσέ Βάινμπεργκ, προπονητής πάλης, που προσπάθησε να αντιμετωπίσει τους τρομοκράτες, πυροβολήθηκε στο μάγουλο και στη συνέχεια, ενώ αιμορραγούσε, υποχρεώθηκε να οδηγήσει τους Παλαιστίνιους στα δωμάτια των υπόλοιπων Ισραηλινών.

Περνώντας έξω από το διαμέρισμα 2, ο Βάινμπεργκ είπε ψέματα ότι οι ένοικοι εκεί δεν ήταν Ισραηλινοί, θέλοντας να τους οδηγήσει στο διαμέρισμα 3, όπου έμεναν οι αρσιβαρίστες και οι παλαιστές της αποστολής, με την ελπίδα ότι εκείνοι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη επιτυχία τους εισβολείς. Όμως κάτι τέτοιο δε συνέβη, αφού κανείς τους δεν είχε ξυπνήσει από τη φασαρία.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΣΤΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ

Οι τρομοκράτες πήραν μαζί τους έξι ακόμα ομήρους από το διαμέρισμα 3, επιστρέφοντας όμως μαζί τους στο διαμέρισμα 1, ο τραυματισμένος Βάινμπεργκ τούς επιτέθηκε και πάλι, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε έναν από τους παλαιστές, τον Γκαντ Τσομπάρι, να διαφύγει μέσω του υπόγειου γκαράζ.

Οι Παλαιστίνιοι δε δίστασαν να εκτελέσουν τον Βάινμπεργκ επί τόπου, ενώ το ίδιο έκαναν και με τον αρσιβαρίστα Γιόσεφ Ρομάνο, που τραυμάτισε έναν από αυτούς.

Η επιχείρηση “Τικρίτ και Μπερέμ” (ονομάστηκε έτσι από τα δυο χριστιανικά Παλαιστινιακά χωριά, των οποίων οι κάτοικοι είχαν εκδιωχθεί από τους Ισραηλινούς μετά τον αραβο-ισραηλινό πόλεμο του 1948) μετρούσε μόνο μερικά λεπτά και ήδη δυο νεκρούς.

Οι ένοπλοι είχαν πλέον απομείνει με εννέα ομήρους: τον Γκούτφροϊντ, τον προπονητή σκοποβολής Κεχάτ Σορ, τον προπονητή στίβου Αμιτζούρ Σαπίρα, τον προπονητή ξιφασκίας Αντρέ Σπίτσερ, τον κριτή άρσης βαρών Γιάκοβ Σπρίνγκερ, τους παλαιστές Ελιέζερ Χάλφιν και Μαρκ Σλάβιν και τους αρσιβαρίστες Νταβίντ Μπέργκερ και Ζέεβ Φρίντμαν.

Οι τρομοκράτες είχαν δέσει τον Γκούτφροϊντ σε μια καρέκλα σα μούμια, επειδή ήταν ο πιο μεγαλόσωμος και γεροδεμένος απ’ όλους, ενώ οι υπόλοιποι κάθονταν ανά τέσσερις σε δυο κρεβάτια, με δεμένους τους καρπούς και τους αστραγάλους, ενώ ήταν και δεμένοι μεταξύ τους.

Το διάτρητο από σφαίρες πτώμα του Ρομάνο, τον οποίο οι Παλαιστίνιοι ευνούχισαν αμέσως μετά, κοιτόταν στα πόδια των ομήρων, ως προειδοποίηση.

Όσα από τα υπόλοιπα μέλη της ισραηλινής αποστολής διέμεναν στα διπλανά διαμερίσματα, κατάφεραν να διαφύγουν από το κτίριο. Ένας από αυτούς, ο βαδιστής Σαούλ Λαντάνι, πήδηξε από το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, έτρεξε στα διαμερίσματα της αμερικανικής αποστολής και ξύπνησε τον προπονητή στίβου Μπιλ Μπάουερμαν, περιγράφοντάς του τρομαγμένος όσα είχαν συμβεί.

Αμέσως επικοινώνησαν με τη γερμανική αστυνομία και την ενημέρωσαν για την κατάσταση που είχε προκύψει. Μετά από σύντομη έρευνα, ταυτοποιήθηκαν οι τρομοκράτες. Ο αρχηγός τους ήταν ο Λουτίτ Αφίφ (κωδικό όνομα “Ίσα”), με υπαρχηγό τον Γιουσούφ Ναζάλ (“Τόνι”) και μέλη τους “Πάολο”, “Σαλάχ”, “Αμπού Χαλά”, “Μπαντράν”, “Ντενάουι” και “Σαμίρ”.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Αφίφ, ο Ναζάλ και ένας ακόμα από τους τρομοκράτες, είχαν εργαστεί με διάφορες ιδιότητες για δυο εβδομάδες στο Ολυμπιακό Χωριό, έχοντας έτσι τον χρόνο να κατασκοπεύσουν τον χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούσαν την επίθεσή τους.

Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, είχαν φτάσει στο Μόναχο με τρένο και αεροπλάνο τις τελευταίες ημέρες πριν το χτύπημα. Στον ίδιο όροφο με τους Ισραηλινούς, διέμεναν και οι αποστολές της Ουρουγουάης και του Χονγκ Κονγκ, όμως όλα τα μέλη τους αφέθηκαν ελεύθερα από τους Παλαιστίνιους, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εισβολής. Λίγες ώρες αργότερα, ολόκληρη η υφήλιος είχε πληροφορηθεί το δράμα που εξελισσόταν στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας.

ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Οι τρομοκράτες ξεκίνησαν τις επαφές τους με τη γερμανική αστυνομία, απαιτώντας την άμεση απελευθέρωση 234 Παλαιστίνιων και του Ιάπωνα τρομοκράτη Κόζο Οκαμότο, κρατούμενων στις ισραηλινές φυλακές, καθώς και την απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ και της Ουλρίκε Μάινχοφ, ιδρυτικών μελών της RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός), που ήταν έγκλειστοι σε γερμανικές φυλακές.

Για να δείξουν ότι ήταν αποφασισμένοι για όλα, οι τρομοκράτες πέταξαν έξω από την κεντρική πόρτα του κτιρίου το πτώμα του Βάινμπεργκ.

Η αντίδραση του Ισραήλ ήταν άμεση και απόλυτα κάθετη: δε θα υπήρχε καμία διαπραγμάτευση. Αποτελούσε επίσημη γραμμή των Ισραηλινών γενικότερα, η άρνηση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης με τρομοκράτες κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Εκείνο το πρωί της 5ης Σεπτεμβρίου, η πρωθυπουργός του Ισραήλ, Γκόλντα Μέιρ, απευθύνθηκε στη διεθνή κοινότητα, ζητώντας “να σωθούν οι όμηροι και να καταδικαστούν οι ανείπωτες πράξεις βίας που είχαν λάβει χώρα στο Μόναχο”, ενώ ξεκαθάρισε ότι “αν το Ισραήλ δεχόταν τις απαιτήσεις των τρομοκρατών, τότε κανένας Ισραηλινός σε οποιοδήποτε σημείο της γης δε θα μπορούσε να νιώσει ότι η ζωή του είναι ασφαλής”.

“Πρόκειται για εκβιασμό του χειρίστου είδους”, είχε καταλήξει στις δηλώσεις της η Μέιρ. Στο μεταξύ, ο μόνος Άραβας ηγέτης που καταδίκασε δημόσια την επίθεση, ήταν ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας, αποκαλώντας την “άγριο έγκλημα κατά του πολιτισμού, που διαπράχθηκε από άρρωστα μυαλά”.

ΑΝΥΠΑΡΚΤΑ ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΕΣ

Παράλληλα με τις επαφές των τρομοκρατών με την κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας, είχαν αρχίσει και εκείνες των Γερμανών με την κυβέρνηση του Ισραήλ, το οποίο ζήτησε από τον καγκελάριο Βίλι Μπραντ, να σταλεί στο Μόναχο μια μονάδα ειδικών δυνάμεων για να επιχειρήσει κατά των τρομοκρατών, όμως Γερμανοί αξιωματούχοι αρνήθηκαν πως υπήρξε ποτέ τέτοιου είδους αίτημα από την πλευρά των Ισραηλινών.

Η αλήθεια είναι ότι οι Γερμανοί βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί η ασφάλεια στο Ολυμπιακό Χωριό – παρά τις επανειλημένες προειδοποιήσεις – ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Η Γερμανική Ολυμπιακή Επιτροπή ήθελε να δώσει μια τελείως διαφορετική εικόνα στον υπόλοιπο κόσμο από εκείνη του 1936 στο Βερολίνο.

Έτσι λοιπόν είχε αποφασίσει χαλαρά μέτρα περιφρούρησης του χωριού, με τους αθλητές να μπαινοβγαίνουν στις εγκαταστάσεις χωρίς συχνά να επιδεικνύουν καν τις ταυτότητές τους.

Κάτι εξίσου σημαντικό, ήταν ότι είχε απαγορευθεί η οπλοφορία των ένστολων που περιφρουρούσαν τον χώρο, γεγονός που είχε ανησυχήσει πολύ τον Σμουέλ Λάλκιν, αρχηγό της ισραηλινής αποστολής, πριν καν αναχωρήσουν οι αθλητές για το Μόναχο.

Ο Λάλκιν, σε μεταγενέστερη συνέντευξή του, είχε πει πως είχε εκφράσει την ανησυχία του και για την τοποθεσία του καταλύματος των Ισραηλινών, αφού το συγκεκριμένο κτίριο βρισκόταν σε ένα απομονωμένο σημείο του χωριού και μάλιστα κοντά στην κεντρική πύλη, καθιστώντας το ιδιαίτερα ευάλωτο σε πιθανή τρομοκρατική επίθεση.

Το χειρότερο όμως για τους Γερμανούς, ήταν ότι πριν τους Αγώνες είχαν ζητήσει από τον ιατροδικαστή-ψυχολόγο Γκέοργκ Ζίμπερ, να φτιάξει 26 διαφορετικά σενάρια τρομοκρατίας, ώστε να τους βοηθήσει στον σχεδιασμό της προστασίας αθλητών και αποστολών.

Στο “Σενάριο 21” που παρουσίασε ο Ζίμπερ, μιλούσε για πιθανή επίθεση οπλισμένων Παλαιστίνιων τρομοκρατών που θα εισέβαλλαν στο ισραηλινό κατάλυμα, θα σκότωναν και θα έπαιρναν ομήρους, απαιτώντας από το Ισραήλ την απελευθέρωση φυλακισμένων και από τη Δυτική Γερμανία ένα αεροπλάνο για να διαφύγουν από τη χώρα. Όμως τελικά οι διοργανωτές αποφάσισαν να μη λάβουν υπόψη τους τα σενάρια και προτίμησαν την εφαρμογή της χαλαρής φύλαξης.

Το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel έγραψε το 2012 ότι τρεις εβδομάδες πριν την επίθεση, οι δυτικογερμανικές αρχές είχαν λάβει μια προειδοποίηση από Παλαιστίνιο πληροφοριοδότη τους στη Βηρυτό, η οποία ενημέρωνε για ένα “συμβάν” που ετοίμαζαν Παλαιστίνιοι στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Το Υπουργείο Εξωτερικών στη Βόννη αξιολόγησε την πληροφορία ως αρκετά σοβαρή, ώστε να την προωθήσει στη Μυστική Υπηρεσία στο Μόναχο, με την υποσημείωση “‘να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα”.

Όμως, πάντα σύμφωνα με το Der Spiegel, ούτε τότε “ήχησε συναγερμός” στη γερμανική αστυνομία. Επιστρέφοντας στα γεγονότα της 5ης Σεπτεμβρίου, η γερμανική κυβέρνηση βρισκόταν στριμωγμένη σε ένα πολύ δύσκολο πολιτικό αδιέξοδο.

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

Το γεγονός ότι οι όμηροι ήταν Ισραηλινοί, έκανε ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Ήταν τέτοια η “απελπισία” του Μπραντ, ώστε πρόσφερε στους Παλαιστίνιους χρήματα – λευκή επιταγή για την ακρίβεια – με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των αθλητών ή ακόμα και την αντικατάστασή τους από υψηλόβαθμους Γερμανούς αξιωματούχους (!), όμως οι τρομοκράτες αρνήθηκαν.

Ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας του Μονάχου, Μάνφρεντ Σράιμπερ και ο υπουργός Εσωτερικών της Βαυαρίας, Μπρούνο Μερκ, αυτοί που μιλούσαν απευθείας με τους τρομοκράτες, επαναλαμβάνοντας συνέχεια την προσφορά για τεράστια ποσά χρημάτων, εισπράττοντας όμως την ίδια απάντηση: “Τα χρήματα δε σημαίνουν τίποτα για μας, οι ζωές μας δε σημαίνουν τίποτα για μας”.

Στη μάχη των διαπραγματεύσεων μπήκαν και τρεις Αιγύπτιοι, οι δυο σύμβουλοι του Αραβικού Συνδέσμου και ο τρίτος μέλος της Αιγυπτιακής Ολυμπιακής Επιτροπής, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Το μόνο για το οποίο πείστηκαν οι τρομοκράτες, ήταν ότι “τα αιτήματά τους εξετάζονταν”, κάτι που έκανε τον αρχηγό τους, Αφίφ, να δεχτεί πέντε διαδοχικές παρατάσεις της διορίας.

Στο μεταξύ, οι Αγώνες είχαν ξεκινήσει εκείνη τη μέρα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και διακόπηκαν μόνο λίγες ώρες αργότερα (αργά το μεσημέρι), μετά τη διεθνή κατακραυγή.

Στις 4:30 το απόγευμα, οι Γερμανοί είχαν ετοιμαστεί για έφοδο στο διαμέρισμα όπου οι Παλαιστίνιοι κρατούσαν τους ομήρους. Συνολικά 38 αστυνομικοί ήταν συγκεντρωμένοι, έτοιμοι για την επίθεση.

ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΕΣ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Ήταν όλοι ντυμένοι με αθλητικές φόρμες για να μην κινήσουν υποψίες, οπλισμένοι με μικρά Walther MP ημιαυτόματα όπλα και αποτελούσαν μέλη της γερμανικής συνοριακής αστυνομίας, χωρίς όμως καμία εκπαίδευση σε μάχη και διάσωση ομήρων.

Το σχέδιό τους ήταν να συρθούν μέσα από τους αεραγωγούς και να σκοτώσουν τους τρομοκράτες.

Οι αστυνομικοί ήταν έτοιμοι στις θέσεις τους και περίμεναν το σύνθημα για να ξεκινήσουν την επιχείρηση, όμως την ίδια στιγμή, ακροβολισμένα τηλεοπτικά συνεργεία στον χώρο, κάλυπταν ζωντανά τα πάντα, μεταδίδοντας τις εικόνες σε όλο τον κόσμο, που παρακολουθούσε με αγωνία την εξέλιξη.

Μαζί όμως με όλη την υφήλιο, ήταν και οι τρομοκράτες που είδαν τις κινήσεις της αστυνομίας από την τηλεόραση του δωματίου!

Αμέσως ο Ίσα απείλησε να σκοτώσει δυο από τους ομήρους, αναγκάζοντας την αστυνομία να ακυρώσει την εισβολή. Κάποια στιγμή και ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, οι Γερμανοί απαίτησαν από τους Παλαιστίνιους να δουν τους Ισραηλινούς για να πειστούν ότι ήταν ζωντανοί.

Λίγο μετά, εμφανίστηκαν στο παράθυρο ο Αντρέ Σπίτσερ που μιλούσε άπταιστα γερμανικά και ο Κεχάτ Σορ, ο μεγαλύτερος σε ηλικία των ομήρων, οι οποίοι συνομίλησαν για λίγο με τους Γερμανούς αξιωματούχους, με τα όπλα πάντως των τρομοκρατών να τους σημαδεύουν συνεχώς.

Όταν κάποια στιγμή ο Σπίτσερ πήγε να απαντήσει σε μια ερώτηση, δέχτηκε ένα χτύπημα από έναν Παλαιστίνιο με το κοντάκι του όπλου του και τραβήχτηκε βίαια στο εσωτερικό του δωματίου.

Μερικά λεπτά αργότερα, δόθηκε άδεια στον Χανς Ντίτριχ Γκένσερ, υπουργό Εσωτερικών της Δυτικής Γερμανίας και στον Βάλτερ Τρέγκερ, δήμαρχο του Ολυμπιακού Χωριού, να εισέλθουν στο διαμέρισμα και να συζητήσουν με τους ομήρους.

Αμέσως μετά τη συνάντηση, ο Τρέγκερ δήλωσε συγκινημένος από την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετώπιζαν τη μοίρα τους οι κρατούμενοι, ενώ πρόσθεσε πως ήταν προφανές ότι οι τρομοκράτες είχαν ασκήσει σωματική βία πάνω τους.

Επίσης είπε ότι μέσα στο διαμέρισμα είχε δει τέσσερις ή πέντε Παλαιστίνιους, κάτι που η γερμανική αστυνομία, κάνοντας για μια ακόμα φορά τραγικό λάθος, θεώρησε ως τον ακριβή αριθμό των τρομοκρατών. Στις 6 το απόγευμα, οι Παλαιστίνιοι εξέδωσαν νέα ανακοίνωση, απαιτώντας τη μεταφορά τους στο Κάιρο.

Οι γερμανικές αρχές προσποιήθηκαν ότι αποδέχονταν το αίτημα, γνωρίζοντας ότι οι Αιγύπτιοι είχαν δηλώσει ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να αναμιχθούν στην κρίση.

Δυο στρατιωτικά ελικόπτερα Bell UH-1 θα μετέφεραν τους τρομοκράτες και τους ομήρους στο Fürstenfeldbruck, μια αεροπορική βάση του ΝΑΤΟ στα περίχωρα του Μονάχου.

Το αρχικό σχέδιο των Παλαιστίνιων ήταν να πάνε στο Riem, το τότε διεθνές αεροδρόμιο του Μονάχου, αλλά οι διαπραγματευτές τούς έπεισαν ότι η μεταφορά τους στο Fürstenfeldbruck θα ήταν πιο εύκολη και πιο πρακτική.

Η αστυνομία που θα βρισκόταν σε ένα τρίτο ελικόπτερο, οδηγώντας τα άλλα δυο στον προορισμό τους, είχε ήδη σχεδιάσει και αποφασίσει μια ένοπλη επίθεση στο αεροδρόμιο.

ΜΕ ΤΑ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΑ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ

Γνωρίζοντας ότι οι τρομοκράτες μαζί με τους Ισραηλινούς θα έπρεπε να διασχίσουν μια απόσταση 200 μέτρων μέσα από το υπόγειο γκαράζ για να φτάσουν στα ελικόπτερα, οι Γερμανοί αποφάσισαν να στήσουν εκεί μια πρώτη ενέδρα, τοποθετώντας τους καλύτερους σκοπευτές τους σε διάφορα ιδανικά σημεία.

Όμως ο Ίσα επέμεινε να ελέγξει πρώτα αυτά τα 200 μέτρα και μαζί με δυο συντρόφους του άρχισαν να περπατάνε, σημαδεύοντας ταυτόχρονα με όπλα τους Γκένσερ, Σράιμπερ και Τρέγκερ.

Οι σκοπευτές ήταν όλοι κρυμμένοι πίσω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και όταν συνειδητοποίησαν ότι οι τρομοκράτες είχαν μαζί τους και τους τρεις επίσημους, άρχισαν να υποχωρούν έρποντας.

Ο Ίσα αντιλήφθηκε τον θόρυβο και κατάλαβε αμέσως τον κίνδυνο, ζητώντας από τους διαπραγματευτές να του διαθέσουν ένα λεωφορείο για να γίνει η μετακίνησή τους προς τα ελικόπτερα. Πράγματι, στις 10:00 το βράδυ έφτασε το λεωφορείο και σε αυτό επιβιβάστηκαν οι Παλαιστίνιοι και οι όμηροι.

Πέντε Γερμανοί ελεύθεροι σκοπευτές είχαν αναπτυχθεί στο αεροδρόμιο: τρεις στον πύργο ελέγχου, ένας πίσω από ένα φορτηγό και ένας πίσω από έναν μικρό πύργο στο έδαφος.

Η απίστευτη προχειρότητα της γερμανικής αστυνομίας φάνηκε για μια ακόμα φορά, αφού όχι μόνο κανείς από τους πέντε δεν είχε εκπαιδευτεί ως ελεύθερος σκοπευτής, αλλά δε διέθεταν καν ειδικά όπλα με διόπτρες νυχτερινής όρασης.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΝΕΔΡΑ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ

Όλοι οι επικεφαλής της ομάδας “κρούσης”, Σράιμπερ, Γκένσερ και Μερκ, παρακολουθούσαν την εξέλιξη της επιχείρησης από τον πύργο ελέγχου, μαζί με αξιωματούχους της Μοσάντ που είχαν έρθει από το Ισραήλ, έχοντας όμως μόνο τον ρόλο του παρατηρητή.

Ένα Boeing 727 βρισκόταν ήδη στο έδαφος, με 16 αστυνομικούς στο εσωτερικό του, που όλοι είχαν μεταμφιεστεί σε πλήρωμα του αεροσκάφους. Οι Γερμανοί είχαν αποδεχτεί το αίτημα των τρομοκρατών να επιθεωρήσουν πρώτα το αεροπλάνο οι Ίσα και Τόνι, προτού επιβιβαστούν οι υπόλοιποι.

Το σχέδιο προέβλεπε την εξόντωση των δυο τρομοκρατών μόλις θα έμπαιναν στο εσωτερικό του Boeing από τους μεταμφιεσμένους αστυνομικούς, ενώ στη συνέχεια οι ελεύθεροι σκοπευτές θα πυροβολούσαν και θα σκότωναν τους Παλαιστίνιους στα ελικόπτερα.

Σύμφωνα με όσα τους είχε μεταφέρει ο Τρέγκερ ύστερα από τη σύντομη επίσκεψή του στο διαμέρισμα όπου κρατούνταν οι όμηροι, θα υπήρχαν μόλις δυο, το πολύ τρεις ακόμα στα ελικόπτερα, μαζί με τους Ισραηλινούς.

Όμως κατά τη μεταφορά με το λεωφορείο από το Ολυμπιακό Χωριό στα ελικόπτερα, συνειδητοποίησαν ότι οι τρομοκράτες ήταν οκτώ.

Την τελευταία στιγμή και ενώ τα ελικόπτερα πλησίαζαν στο Fürstenfeldbruck, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν μέσα στο Boeing, ψήφισαν και αποφάσισαν να ακυρώσουν την επιχείρηση, εγκαταλείποντας το σκάφος, χωρίς πρώτα να συμβουλευτούν την κεντρική διοίκηση.

Λίγο μετά τις 10:30 προσγειώθηκαν τα ελικόπτερα και αμέσως βγήκαν από αυτά οι τέσσερις πιλότοι και έξι από τους Παλαιστίνιους.

Ενώ οι τέσσερις τρομοκράτες σημάδευαν με τα πιστόλια τους τους πιλότους, παραβιάζοντας έτσι τη συμφωνία με την αστυνομία ότι κανείς Γερμανός δε θα περνούσε σε κατάσταση ομηρίας, ο Ίσα και ο Τόνι επιβιβάστηκαν στο αεροσκάφος, το οποίο και βρήκαν εντελώς άδειο, συνειδητοποιώντας ότι είχαν πέσει σε παγίδα.

Καθώς έτρεχαν πίσω στα ελικόπτερα, ένας από τους ελεύθερους σκοπευτές πυροβόλησε θέλοντας να εξοντώσει τον Ίσα και να αφήσει τους τρομοκράτες χωρίς αρχηγό, όμως αστόχησε πετυχαίνοντας τελικά τον Τόνι στον μηρό.

Την ίδια στιγμή, πλέον γύρω στις 11:00 τη νύχτα, οι επικεφαλής στον πύργο ελέγχου διέταξαν τους ακροβολισμένους ελεύθερους σκοπευτές να ανοίξουν πυρ κατά των Παλαιστίνιων.

Στο χάος που επακολούθησε, δυο από τους τρομοκράτες που σημάδευαν τους πιλότους, ο Πάολο και ο Αμπού Χαλά, σκοτώθηκαν από πυρά των ελεύθερων σκοπευτών, ενώ οι υπόλοιποι καλύφθηκαν πίσω και κάτω από τα ελικόπτερα, ανταποδίδοντας τους πυροβολισμούς, από τους οποίους σκοτώθηκε ο Άντον Φλίγκερμπαουερ, ένας Γερμανός αστυνομικός που βρισκόταν στον πύργο ελέγχου.

Οι πιλότοι κατάφεραν να ξεφύγουν, όχι όμως και οι όμηροι που ήταν δεμένοι μέσα στα ελικόπτερα. Η γερμανική αστυνομία δεν είχε φροντίσει να φέρει από νωρίς στο αεροδρόμιο τεθωρακισμένα οχήματα, κάτι που έκανε μετά τις 11:00, όμως αυτά κόλλησαν στην κίνηση και τελικά κατάφεραν να φτάσουν γύρω στα μεσάνυχτα.

ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ

Όταν τα είδαν οι Παλαιστίνιοι, συνειδητοποίησαν ότι όλα είχαν τελειώσει, πως η επιχείρησή τους είχε αποτύχει. Στις 12:04 μετά τα μεσάνυχτα, ο Ίσα έστρεψε το Καλάσνικοφ προς τους ομήρους στο ανατολικό ελικόπτερο και τους εκτέλεσε όλους με μια ριπή.

Αμέσως μετά έριξε μια χειροβομβίδα στο κόκπιτ, με την έκρηξη να καταστρέφει τελείως το ελικόπτερο και να διαλύει τα πτώματα.

Στη συνέχεια άρχισε να πυροβολεί προς τις θέσεις των αστυνομικών, πέφτοντας νεκρός από τα πυρά τους. Ένας άλλος τρομοκράτης, ο Σαλάχ, προσπάθησε να διαφύγει, αλλά σκοτώθηκε και αυτός από την αστυνομία.

Την ίδια στιγμή, ο Παλαιστίνιος Ντενάουι στάθηκε μπροστά στην πόρτα του δυτικού ελικοπτέρου, εκτελώντας εν ψυχρώ τους εναπομείναντες πέντε ομήρους.

Οι τρεις Παλαιστίνιοι που ήταν ακόμα ζωντανοί, συνελήφθησαν από τη γερμανική αστυνομία. Ο τέταρτος επιζών, ο υπαρχηγός Τόνι, διέφυγε προσωρινά, αλλά εντοπίστηκε 40 λεπτά αργότερα σε ένα απομακρυσμένο πάρκινγκ του αεροδρομίου.

Οι αστυνομικοί τον περικύκλωσαν, του έριξαν δακρυγόνα και τελικά τον σκότωσαν όταν εκείνος άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους. Στη 1:30 μετά τα μεσάνυχτα, πλέον στην 6η Σεπτεμβρίου, 21 ώρες μετά την έναρξη της εισβολής στο Ολυμπιακό Χωριό, η σύγκρουση είχε τελειώσει.

Τα πρώτα ρεπορτάζ που έκαναν τον γύρο του κόσμου, μιλούσαν για πλήρη επιτυχία της επιχείρησης των Γερμανών και απελευθέρωση όλων των ομήρων. Όμως αργότερα, ένα μέλος της ΔΟΕ μίλησε για “αρχική υπεραισιοδοξία”.

Στις 3:24 τη νύχτα, το αμερικανικό τηλεοπτικό κανάλι ABC μετέδωσε ζωντανά: “Οι χειρότεροι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν απόψε. Μας λένε ότι υπήρχαν έντεκα όμηροι. Δυο σκοτώθηκαν χθες το πρωί στα δωμάτιά τους, ενώ οι υπόλοιποι εννιά απόψε στο αεροδρόμιο.

Είναι όλοι νεκροί”. Αυτή ήταν η σοκαριστική κατάληξη του τρομοκρατικού χτυπήματος του “Μαύρου Σεπτέμβρη”, που είχε ως τραγικό απολογισμό 17 νεκρούς: πέντε ισραηλινούς προπονητές, έξι Ισραηλινούς αθλητές, έναν Γερμανό αστυνομικό και πέντε Παλαιστίνιους.

Πέρα όμως από τις ανθρώπινες ζωές, οι τρομοκράτες χτύπησαν κατευθείαν στην καρδιά του και το ίδιο το ολυμπιακό κίνημα, βάφοντας με αίμα την παγκόσμια γιορτή του αθλητισμού.

Οι σοροί των πέντε νεκρών τρομοκρατών παραδόθηκαν στη Λιβύη, όπου τάφηκαν με στρατιωτικές τιμές. Τρεις μέρες μετά τα γεγονότα του Μονάχου, η ισραηλινή πολεμική αεροπορία βομβάρδισε σε αντίποινα, βάσεις της PLO στη Συρία και το Λίβανο, σκοτώνοντας δεκάδες αμάχους.

Οι υπόλοιποι τρεις τρομοκράτες που είχαν συλληφθεί, οδηγήθηκαν σε γερμανική φυλακή περιμένοντας να δικαστούν.

Όμως στις 29 Οκτωβρίου του 1972, Παλαιστίνιοι πραγματοποίησαν αεροπειρατεία στην πτήση 615 της Lufthansa από τη Βηρυτό προς τη Λευκωσία, απαιτώντας την απελευθέρωση των τριών κρατούμενων, αλλιώς απείλησαν ότι θα ανατίναζαν το αεροπλάνο.

Οι γερμανικές αρχές άφησαν αμέσως ελεύθερους τους Μπαντράν, Ντενάουι και Σαμίρ, οι οποίοι κατέληξαν στη Λιβύη, όπου έτυχαν υποδοχής ηρώων.

Η ΑΝΑΙΣΘΗΤΗ ΔΟΕ ΚΑΙ ΤΟ “ΑΝΤΙΟ” ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Τι έγινε όμως με τους Αγώνες; Καταρχάς να πούμε ότι διακόπηκαν για 36 ώρες, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία τους, αν και χρειάστηκε πρώτα η δημόσια κατακραυγή για να ενεργοποιηθούν τα αντανακλαστικά της ΔΟΕ, η οποία το πρωί της 5ης Σεπτεμβρίου είχε συνεχίσει κανονικά με τη διεξαγωγή των αθλημάτων, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, 80.000 θεατές και 3.000 αθλητές τίμησαν τη μνήμη των δολοφονηθέντων με μια επιμνημόσυνη τελετή στο Ολυμπιακό Στάδιο.

Ο πρόεδρος της ΔΟΕ, Αμερικανός Έιβερι Μπράντεζ, γιουχαΐστηκε κατ’ επανάληψη από το πλήθος κατά τη διάρκεια της εκφώνησης του λόγου του, επειδή αναφέρθηκε ελάχιστα στους νεκρούς Ισραηλινούς, μιλώντας κυρίως για τη δύναμη του ολυμπιακού κινήματος.

Η ολυμπιακή σημαία, μαζί και αυτές των υπόλοιπων κρατών, κυμάτιζαν μεσίστιες, εκτός από εκείνες δέκα αραβικών κρατών που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη συμβολική κίνηση πένθους.

Στη διάρκεια της τελετής, ένας ξάδερφος του Βάινμπεργκ, ο Κάρμελ Ελίας, έπαθε καρδιακή ανακοπή και πέθανε. Ο Βίλι Ντάουμε, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής του Μονάχου, πρότεινε να ακυρωθεί το υπόλοιπο των αγώνων, όμως ο Μπράντεζ τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της συνέχισης αυτών, λέγοντας χαρακτηριστικά “οι αγώνες πρέπει να συνεχιστούν, το ίδιο και οι προσπάθειές μας να τους διατηρήσουμε καθαρούς, αγνούς και τίμιους”.

Την απόφαση αυτή στήριξαν τόσο η ισραηλινή κυβέρνηση, όσο και ο αρχηγός της ισραηλινής αποστολής, Σμούελ Λάρκιν.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, αμέσως μετά την επιμνημόσυνη τελετή, οι εναπομείναντες Ισραηλινοί αθλητές και αθλήτριες, αποχώρησαν από τους αγώνες και αναχώρησαν από το Μόναχο. Την επόμενη μέρα αναχώρησε και η αιγυπτιακή αποστολή, φοβούμενη αντίποινα.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής των αγώνων, Μαρκ Σπιτς, φυγαδεύτηκε από τη βαυαρική πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια της κρίσης, επειδή οι υπεύθυνοι της αμερικανικής αποστολής φοβήθηκαν ότι θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο απαγωγής λόγω της εβραϊκής καταγωγής του.

Το Μόναχο εγκατέλειψαν επίσης οι αποστολές των Φιλιππίνων και της Αλγερίας, καθώς και κάποιοι Ολλανδοί και Νορβηγοί αθλητές. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στην τελετή έναρξης των αγώνων στο Μόντρεαλ, κατά την είσοδο της ισραηλινής ομάδας στο στάδιο, η ισραηλινή σημαία είχε πάνω της μια μαύρη κορδέλα.

Μετά τα γεγονότα του Μονάχου, η Γκόλντα Μέιρ και η ισραηλινή επιτροπή άμυνας, εξουσιοδότησαν τη Μοσάντ να ανακαλύψει και να σκοτώσει όσους είχαν σχέση με τις δολοφονίες της 5ης Σεπτεμβρίου.

Η επιχείρηση αυτή πήρε την κωδική ονομασία “Οργή του Θεού” και μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 2005 με την ταινία “Munich” του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Οι πράκτορες της Μοσάντ δολοφόνησαν αρκετά μέλη του “Μαύρου Σεπτέμβρη” αλλά και της PLO, ενώ η επιχείρηση διήρκεσε περισσότερα από είκοσι χρόνια!

Από όσους σχεδίασαν ή εκτέλεσαν το σχέδιο του “Μαύρου Σεπτέμβρη”, μόνο ο Αμπού Νταούντ, ο εγκέφαλος της “σφαγής του Μονάχου” και εκ των ηγετικών στελεχών της Φατάχ, πέθανε από φυσικά αίτια.

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

Ένα άλλο, πολύ σημαντικό ζήτημα που προέκυψε με την τρομοκρατική επίθεση του 1972, ήταν η νέα αφετηρία στην αντίληψη περί ενημέρωσης και στη δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας σε αυτό που ονομάζουμε ζωντανή μετάδοση.

Τα γεγονότα του Μονάχου μεταδόθηκαν κυριολεκτικά σε απευθείας σύνδεση μέσω του τηλεοπτικού δέκτη και έθεσαν τη βάση μιας εντελώς νέας προσέγγισης για τη δυνατότητα “συμμετοχής” του τηλεθεατή στο “πεδίο της δράσης”, ανοίγοντας ανεξερεύνητους μέχρι τότε δημοσιογραφικούς δρόμους και εγείροντας μια σειρά από πολύ λεπτά ερωτήματα και ηθικά διλήμματα, σχετικά με τα όρια ελευθερίας της εικόνας σε σχέση πάντα με το θέμα που αυτή μεταφέρει στο τηλεοπτικό κοινό.

Ιδιαίτερα σκληρή κριτική, τόσο δημόσια όσο και παρασκηνιακά, δέχτηκαν η γερμανική κυβέρνηση και οι υπηρεσίες τους, για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν την κρίση και την ατέρμονη αλυσίδα λαθών που οδήγησαν στην τραγική κατάληξη.

Οργανωτικά, τακτικά και επιχειρησιακά, τίποτα δε λειτούργησε σωστά για τους Γερμανούς, που εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα απέναντι στους Ισραηλινούς, αλλά και στους συμμάχους τους.

Τα σενάρια που προέβλεπαν ξεκάθαρα τον κίνδυνο επίθεσης Παλαιστίνιων τρομοκρατών και δεν εισακούστηκαν, αλλά και οι προειδοποιήσεις που είχαν φτάσει στην αστυνομία του Μονάχου χωρίς να εξεταστούν καθόλου, έφεραν τη γερμανική καγκελαρία σε πολύ δύσκολη θέση, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν τον Βίλι Μπραντ πως προσπάθησε να συγκαλύψει – όπου μπορούσε – τη συνολική αποτυχία.

Η σφαγή του Μονάχου είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία ειδικών αντιτρομοκρατικών μονάδων στη Δυτική Γερμανία, ένα παράδειγμα που ακολούθησαν αμέσως πολλά δυτικά κράτη. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας μπήκε σε καινούργιες βάσεις, οι νομοθεσίες αυστηροποιήθηκαν, το ίδιο και οι ποινές.

Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, οι πληγές μπορεί να έχουν επουλωθεί, όμως η μνήμη παραμένει ζωντανή, για εκείνους τους έντεκα Ισραηλινούς προπονητές και αθλητές, που θέλησαν να πάρουν μέρος στην παγκόσμια γιορτή του αθλητισμού, για να πέσουν τελικά θύματα ενός ακραίου και φανατικού παραλογισμού, μιας ακατανόητης θηριωδίας που σημάδεψε από τότε ανεξίτηλα την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων.

ΤΑΙΝΙA ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

Munich (2015) | Στίβεν Σπίλμπεργκ

Γράφει ο Θανάσης Κρεκούκιας | www.news247.gr

Μην μαθαίνεις τα νέα από τη Γερμανία τελευταίος!

Κάνε Like στη σελίδα μας στο Facebook και ενημερώσου πρώτος για όλες τις τελευταίες εξελίξεις. Έγκαιρη, έγκυρη και ανεξάρτητη ενημέρωση. Όλες οι τελευταίες Ειδήσεις από τη Γερμανία, την Ελλάδα και τον κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.